υψωμα

-ώματος, το / ὕψωμα, ΝΜΑ [ὑψῶ/ -ώνω]
υψωμένο μέρος τού εδάφους, ψήλωμα, λόφος (α. «ο στρατός κατέλαβε τα γύρω από την πόλη υψώματα» β. «οὐ χθὼν οὐρανίοις ὑψώμασι [φθονέει]», ΨΦωκυλ.)
νεοελλ.
1. ύψωση, ανύψωση
2. εκκλ. ενσφράγιστο τεμάχιο από τα πρόσφορα που χρησιμοποιήθηκαν υψωμένα στην προσκομιδή, το οποίο δίνεται συνήθως ως αντίδωρο
3. φρ. «ύψωμα διαλογής» — τμήμα τών σιδηροδρομικών σταθμών σχηματισμού αμαξοστοιχιών
αρχ.
1. αστρον. η υψηλή στάση ενός αστέρα στον ορίζοντα («ὅταν ὕψωμα λάβῃ μέγιστον ὁ ἥλιος», Πλούτ.)
2. έπαρση, αλαζονεία.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ύψωμα — το 1) верхняя часть просфоры, на которую ставится печать с изображением священных символов; 2) просфора; 3) преломление хлебов, сопровождаемое коливом, осуществляемое в честь праздника Богородицы, какого либо святого …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ὕψωμα — elevation neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ύψωμα — [ипсома] ουσ. о. возвышенное место, возвышенность, поднимание, повышение …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ύψωμα — το, ατος 1. υψωμένο μέρος του εδάφους, ψήλωμα, τούμπα. 2. ύψωση (βλ. λ.). 3. (εκκλησ.), το κομμάτι που αφαιρείται από τον άρτο της πρόθεσης και δίνεται και ως αντίδωρο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ὕψωμ' — ὕψωμα , ὕψωμα elevation neut nom/voc/acc sg ὕ̱ψωμαι , ὑψόω lift high perf ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑψωμάτων — ὕψωμα elevation neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑψώμασι — ὕψωμα elevation neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑψώμασιν — ὕψωμα elevation neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑψώματα — ὕψωμα elevation neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑψώματι — ὕψωμα elevation neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.